Μαγεία στη Μ. Ασία (Αρχαιότητα)
1. Εισαγωγή
Η μαγεία είναι μια τεχνική επικοινωνίας με το υπερφυσικό και συνάμα ένα σύστημα κατανόησης της λειτουργίας του κόσμου. Η ελληνική μαγεία, αν και δε διέφερε σε στόχους από τη θρησκεία, ορίζεται αντιθετικά από αυτή ως προς τον κοινωνικό της ρόλο και τα μέσα δράσης. Διακρίνονται τέσσερα είδη μαγείας –προστατευτική, επιθετική, μαγεία που στοχεύει στην κυριαρχία και στην ισχύ και προφητική–, που αντιστοιχούν στις διακηρύξεις της θρησκείας: προστασία, θεραπεία, βλάβη των εχθρών, επιτυχία και γνώση. Οι μαγικές πράξεις όμως είχαν ατομικιστικούς σκοπούς, αντίθετα με τις θρησκευτικές τελετουργίες, που γίνονταν στο πλαίσιο της πόλης, ενώ δινόταν επίσης έμφαση στον εξαναγκασμό της θεότητας να βοηθήσει το μάγο. Επιπλέον, ο μάγος δεν είχε πιστούς αλλά πελάτες.
Η έννοια της μαγείας δεν είναι στατική: η άσκησή της αποτελεί μια αποκλίνουσα συμπεριφορά. Το κοινωνικό σύνολο προσδιορίζει κάθε φορά τη μαγεία με βάση την επιθυμία μιας ομάδας να επιβάλει τη δική της θρησκευτική αντίληψη και να καταδικάσει όλες τις άλλες. Τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ορίζουν τη μαγεία ως μια μορφή θρησκείας βασισμένη στο ψεύδος και στην απάτη, η οποία απειλεί την κοινωνική συνοχή. Οι κατηγορίες για μαγεία ως εκ τούτου είναι εξίσου σημαντικές για την κατανόηση του φαινομένου με την ίδια την τέλεση των μαγικών πράξεων.1
2. Η μαγεία στη Μικρά Ασία
Η Μικρά Ασία είναι το κέντρο από όπου διαδόθηκε στον ελληνικό κόσμο η μαγική τέχνη της ιστορικής περιόδου. Η ελληνική μαγεία δέχεται επιρροές βαβυλωνιακών, ασσυριακών, αιγυπτιακών και περσικών πρακτικών από την Ύστερη Αρχαϊκή περίοδο και εξής. Πρωιμότερα στάδια δεν είναι αναγνωρίσιμα: οι μυθολογικές «μάγισσες» στον Όμηρο (Μήδεια, Κίρκη) και οι τεχνίτες-μάγοι (Ήφαιστος, Δάκτυλοι, Τελχίνες) διατηρούν έναν πρωταρχικά θεϊκό ή ημι-θεϊκό χαρακτήρα. Οι «μαγικές» πρακτικές θεραπείας της Οδύσσειας, όπου η πληγή του Οδυσσέα κλείνει χάρη σε μια επωδή (μαγικό τραγούδι), δε διαφοροποιούνται ακόμη από την ιατρική. Ακόμα και η πρακτική της νεκρομαντείας στο ίδιο έργο δε στοιχειοθετεί παρέκκλιση από την ευσεβή θρησκευτική συμπεριφορά, παρόλο που αποτελεί βασική μαγική πρακτική κατά την ιστορική περίοδο.2
Ο όρος «μάγος» πρωτοεμφανίζεται σε ένα απόσπασμα του Ηρακλείτου (500 π.Χ.) με την έννοια που έχει και σήμερα.3 Μάγοι ονομάζονταν και οι ιερείς του ζωροαστρισμού, επίσημης θρησκείας της Αχαιμενιδικής Αυτοκρατορίας. Ο όρος εισήχθη στο μικρασιατικό κόσμο με την έλευση των Περσών στη Μικρά Ασία το 546 π.Χ. και στην Ελλάδα από τον περίφημο μάγο Οστάνη, που συνόδευε τον Ξέρξη Α΄ το 480 π.Χ.4 Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. ο όρος έχει λάβει την τελική του σημασιολογική διαμόρφωση.5 Καθοριστική για την εξέλιξή του ήταν η υποτιθέμενη ευχέρεια των Περσών μάγων να προκαλούν ανάσταση των νεκρών, κάτι που τους συνδέει με τις αυτόχθονες ελληνικές αντιλήψεις για σαμάνες που εξασφάλιζαν την επικοινωνία μεταξύ θεών, θνητών και νεκρών. Στην εξέλιξη του όρου σίγουρα έπαιξε κάποιο ρόλο και η συνήθεια των Περσών ιερέων να ψάλλουν χαμηλόφωνα, κάτι το οποίο στην Ελλάδα ταυτιζόταν με μυστικιστικές τελετουργίες.6 Αρκετά συχνά απαντούν και οι όροι «γόης» και «γοητεία», οι οποίοι συνδέονται με το νεκρικό θρήνο και δείχνουν σχέση της μαγείας με τους νεκρούς.7
3. Αρχαιολογικές μαρτυρίες
Τα αρχαιολογικά τεκμήρια είναι κυρίως κατάδεσμοι και κολοσσοί (κάτι σαν «κούκλες βουντού»), που αντιστοιχούν στη «μαύρη», επιθετική μαγεία, και από την άλλη φυλακτήρια, που αντιστοιχούν στη «λευκή», προφυλακτική μαγεία. Οι κατάδεσμοι είναι «λεπτά μολύβδινα ελάσματα που φέρουν επιγραφές με σκοπό να επιτύχουν την παρέμβαση υπερφυσικών δυνάμεων ενάντια σε πρόσωπα ή ζώα».8 Σπανιότερα χρησιμοποιούνταν και άλλα υλικά. Η ύπαρξή τους ανάγεται τουλάχιστον στον 8ο αι. π.Χ.: στην Ιλιάδα αναφέρεται ότι ο βασιλιάς της Κορίνθου Πρωτέας έστειλε το Βελλερεφόντη στη Λυκία με μια διπλωμένη πινακίδα όπου είχε γράψει θανατηφόρα σημάδια.9
Οι μικρασιατικοί κατάδεσμοι είναι κυρίως εκκλήσεις για απόδοση δικαιοσύνης και δικαστικοί, όπου στόχος της μαγικής πράξης είναι το δέσιμο του στόματος του αντιδίκου, ώστε να μην μπορέσει να υπερασπιστεί την υπόθεσή του στο δικαστήριο. Αργότερα βρίσκουμε στην Αντιόχεια κατάδεσμους που αποσκοπούν στον επηρεασμό της απόδοσης αλόγων και ηνιόχων του ιπποδρόμου.10
Οι εκκλήσεις για απόδοση δικαιοσύνης αφορούν περιπτώσεις κλοπής ή άδικης κατηγορίας. Διαφοροποιούνται από τις εκκλήσεις για άλλες κατηγορίες, καθώς εκτίθενται σε δημόσια θέα και έχουν στόχο την παρέμβαση της θεότητας στην οποία αφιερώνεται το πρόσωπο που έβλαψε τον αιτούντα, ή τα αντικείμενα που εκλάπησαν, ώστε να αποκατασταθεί η ζημιά και όχι να προκληθεί βλάβη στο δράστη. Δεκατρείς τέτοιοι κατάδεσμοι προέρχονται από το ιερό της Δήμητρας και Κόρης στην Κνίδο (2ος αι. π.Χ.). Επίσης, ένας χάλκινος μικρασιατικός κατάδεσμος (μεταξύ 100 π.Χ. και 200 μ.Χ.) έχει τρυπηθεί για να κρεμαστεί σε ορατό σημείο μέσα σε ναό.11
Οι εκκλήσεις για απόδοση δικαιοσύνης σχετίζονται με τις απολογητικές στήλες της Λυδίας και της Φρυγίας (2ος-3ος αι. μ.Χ.), αφιερώσεις σε ιερά όπου ο πιστός παραδέχεται την ενοχή του για κάποιο έγκλημα και υμνεί τη δύναμη του θεού που του επέβαλε δίκαιη τιμωρία.12 Πριν από την παραδοχή της ενοχής απαιτείται μέσω των εκκλήσεων να φανερώσει η θεότητα το όνομα του δράστη. Δικαστικοί κατάδεσμοι είναι γνωστοί από άγνωστη πόλη στην κοιλάδα του Μαιάνδρου (2ος αι. μ.Χ.) και από την Κλαυδιόπολη της Βιθυνίας (3ος/4ος αι. μ.Χ.). Μικρασιατική μάλλον προέλευση έχει και ένας δικαστικός κατάδεσμος στην Κωνσταντινούπολη (3ος/4ος αι. μ.Χ.). Θύμα κατάδεσης εξάλλου λέγεται πως υπήρξε και ο ρήτορας Λιβάνιος (314-392/3 μ.Χ.).13
Υπάρχουν λίγες μαρτυρίες για την ερωτική μαγεία στη Μικρά Ασία. Σε μια απολογητική επιγραφή της Μαιωνίας (156/7 μ.Χ.) αναφέρεται η περίπτωση της Τατίας, η οποία κατηγορήθηκε ότι έκανε μάγια στο γαμπρό της παρέχοντάς του ένα ερωτικό φίλτρο. Ο άνδρας έχασε τα λογικά του. Ύστερα από τις κατηγορίες εναντίον της για μαγεία η Τατία «ύψωσε τα σκήπτρα» στο ναό όπου λατρεύονταν ο Μην, η Αναΐτις και η Άρτεμις, δηλαδή καταράστηκε τον εαυτό της να τιμωρηθεί σε περίπτωση που έλεγε ψέματα για την αθωότητά της. Η γυναίκα δεν απέφυγε τη θεία τιμωρία, όπως και ο γιος της, που είχε ένα σοβαρό ατύχημα. Οι συγγενείς, ανήσυχοι για την κατάρα, κατέφυγαν στους θεούς αφιερώνοντας τη στήλη. Επίσης, σε έναν κατάδεσμο από την Κνίδο μια γυναίκα αφιερώνει στη θεά Δήμητρα όσους την κατηγόρησαν ότι έκανε μάγια στον άνδρα της.14
Οι κολοσσοί από χαλκό, πηλό ή κερί, συχνά τρυπημένοι με καρφιά ή με στριμμένα τα μέλη και το κεφάλι, είναι εξαιρετικά σπάνιοι στη Μικρά Ασία: σε ένα χάλκινο ειδώλιο από τη Σμύρνη το κεφάλι έχει επίτηδες γυριστεί προς τα πίσω. Μια επιγραφή, μάλλον από τις Σάρδεις, που προφανώς αφορά την επιδημία του 165 μ.Χ. αναφέρει ότι το μαντείο του Απόλλωνα στην Κλάρο έδωσε χρησμό που διέτασσε την εισαγωγή στην πόλη ενός αγάλματος της Εφεσίας Αρτέμιδος και την οργάνωση πομπών και θυσιών προς τιμήν της θεάς, που θα απάλλασσε την πόλη από το λοιμό, θα έλυνε τα μάγια και θα έλιωνε με τους δαυλούς της τα κέρινα ομοιώματα, «σημάδια της τέχνης κάποιου μάγου». Το ίδιο μαντείο διέταξε να στηθεί ένα δεμένο και γονατιστό άγαλμα του Άρη μπροστά σε όρθιο άγαλμα της Δίκης για να προφυλαχθεί η Σύεδρα από τις επιδρομές πειρατών (1ος αι. π.Χ.), πρακτική που σχετίζεται με τη συμπαθητική μαγεία που διέπει τη δράση των κολοσσών.15
Για να είναι δραστικός ο κατάδεσμος τοποθετούνταν σε σημεία με άμεση πρόσβαση στις υπερφυσικές δυνάμεις, κυρίως σε τάφους. Ο νεκρός λειτουργεί ως αποστολέας του μηνύματος στους υποχθόνιους δαίμονες, αλλά και ως εκτελεστικό όργανο ή «πάρεδρος» του μάγου. Σε δύο κατάδεσμους από τη Φρυγία που βρέθηκαν σε αγγείο που περιείχε οστά ο μάγος καταγράφει τους αντιπάλους του και επικαλείται τους «αώρους νεκρούς», αυτούς δηλαδή που πέθαιναν πριν από την ώρα τους και βρικολάκιαζαν παραμένοντας γύρω από τον τάφο, μέχρι την ολοκλήρωση του κύκλου της ζωής που διακόπηκε πρόωρα. Σε άλλες περιπτώσεις το ρόλο αυτό έχουν οι «βιαιοθάνατοι», νεκροί των οποίων το νήμα της ζωής διακόπηκε βίαια.16 Αρκετοί κατάδεσμοι βρέθηκαν σε ταφές νέων ή παιδιών. Στη Μικρά Ασία οι νεκροί προστατεύονταν από τους μάγους με την τοποθέτηση επιγραφών στα μνήματα, που απαγόρευαν την παραβίασή τους και καταριόνταν τον ενδεχόμενο δράστη.17
Στη Ρωμαϊκή περίοδο οι κατάδεσμοι αφήνονταν επίσης σε πηγάδια, λόγω της επικοινωνίας των υπόγειων νερών με τον Κάτω Κόσμο, αλλά και στα κατώφλια ή στους τοίχους των σπιτιών των θυμάτων. Μετά το θάνατο του Γερμανικού, θετού γιου του αυτοκράτορα Τιβέριου, στην Αντιόχεια (19 μ.Χ.) ανακαλύφθηκαν σε κρυψώνα στους τοίχους του σπιτιού του κατάδεσμοι με το όνομά του, των οποίων τη δραστικότητα αύξανε η παρουσία μουμιοποιημένων σαρκών πτωμάτων και σταχτών πιτσιλισμένων με αίμα.18 Οι κατάδεσμοι του ιπποδρόμου τοποθετούνταν συνήθως στα δυσκολότερα σημεία του στίβου, στην εκκίνηση ή στο σημείο τερματισμού, με σκοπό να προκαλέσουν ατύχημα κατά τη διέλευση του άρματος από εκεί.
Χαρακτηριστικό των ύστερων κατάδεσμων είναι η χρήση των «βαρβάρων ονομάτων», φθόγγων, κυρίως φωνηέντων, ή λέξεων που παραπέμπουν στα φοινικικά, εβραϊκά, ασσυριακά και αιγυπτιακά και αντιστοιχούν στα μυστικά ονόματα των θεοτήτων και των δαιμόνων. Τέτοια ονόματα απαντούν σε αφθονία στους δικαστικούς κατάδεσμους της Κλαυδιόπολης και της Κωνσταντινούπολης. Κάποτε οργανώνονταν σε γεωμετρικά σχήματα, π.χ. τρίγωνα ή ρόμβους. Ανάλογο ρόλο έπαιζαν και οι «χαρακτήρες», σύμβολα που θυμίζουν γράμματα του αλφαβήτου, αλλά με πιο σύνθετη κατασκευή. Τα βάρβαρα ονόματα και οι χαρακτήρες, εκτός του ότι είναι η γλώσσα που οι δαιμονικές δυνάμεις καταλαβαίνουν ώστε να εξαναγκαστούν να συνδράμουν το μάγο, δημιουργούσαν την απαραίτητη ατμόσφαιρα υποβολής στον πελάτη.19
Τα φυλακτήρια (ή τελέσματα, περίαπτα, περιάμματα) είναι αντικείμενα με σύμβολα ή με επιγραφές που στόχο είχαν να αποτρέψουν την επιρροή της μαύρης μαγείας και του κακού ματιού, ενώ στρέφονταν και εναντίον δαιμονικών πνευμάτων που ενσάρκωναν διάφορες ασθένειες (επιληψία, ποδάγρα, πονοκέφαλος, όγκοι). Συνήθως είναι ασημένια ή χρυσά ελάσματα τυλιγμένα και περασμένα μέσα σε χάλκινους κυλίνδρους που κρεμιούνται στο λαιμό, μια πρακτική αιγυπτιακής και φοινικικής προέλευσης. Ένα τέτοιο φυλακτήριο προέρχεται από την Αντιόχεια της Πισιδίας (3ος αι. μ.Χ.)· παρά την αναφορά στο Χριστό και στους αγίους, πρόκειται για κείμενο μαγικού συγκρητισμού.20 Σε ένα φυλακτήριο από την Αμισό (1ος αι. π.Χ. ή 1ος αι. μ.Χ.) ο δαίμονας που δρα στο όνομα του Μωυσή καλείται να διώξει μακριά από τη Ρουφίνα την κατάρα, να τη στείλει σε όποιον θελήσει να τη βλάψει και να κάνει τη γυναίκα άτρωτη στα δηλητήρια, όπως ήταν ο «βασιλιάς των βασιλέων», δηλαδή ο Μιθριδάτης ο ΣΤ΄, γνωστός για την ανοσία του.21
Οι χαρακτήρες και τα μαγικά ονόματα απαντούν και σε φυλακτήρια.22 Επτά χαρακτήρες, συνδυασμένοι με δύο φωνήεντα ο καθένας, έχουν χαραχθεί σε τοίχο στο θέατρο της Μιλήτου, ενώ οι συνοδευτικές επιγραφές ζητούν από το Θεό και τους αρχαγγέλους να προστατεύσουν την πόλη.23 Οι χαρακτήρες εμφανίζονται και σε ένα περίεργο όργανο μαντικής από το Πέργαμο, το οποίο απαρτίζεται από ένα τριγωνικό έλασμα από χαλκό με παραστάσεις γυναικείων θεοτήτων (Διώνη, Φοίβη, Νυχίη) και βάρβαρα ονόματα, από ένα εγκάρσιο καρφί και ένα δίσκο με χαραγμένα ζωδιακά σύμβολα και χαρακτήρες. Στο δίσκο γίνεται αναφορά και άλλων θεϊκών ονομάτων, ενώ το σύνολο συμπληρώνεται από δακτυλίδια και χάλκινα ελάσματα με μαγικά σύμβολα και χαρακτήρες.24 Επίσης, σε χρυσό φυλακτήριο από την Έφεσο (2ος/3ος αι. μ.Χ.) παρουσιάζονται σε τριγωνική διάταξη («κλίμα») 153 φωνήεντα.25 Προφυλακτική ιδιότητα αποδιδόταν και στους ομηρικούς στίχους. Ο Αλέξανδρος Τραλλιανός αναφέρει ότι, αν ένας στίχος της Ιλιάδας χαραχθεί σε χρυσό έλασμα ενώ η Σελήνη βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη θέση, θεραπεύει την ποδάγρα.26 Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν τα λεγόμενα «γνωστικά φυλακτήρια», ιδιαίτερα διαδεδομένα στη Συρία, δηλαδή δαχτυλίδια και σφραγιδόλιθοι με συνδυασμό επικλήσεων σε θεότητες και σε μορφές προστατευτικών δαιμόνων.27
Σημαντικό ρόλο στην προφυλακτική μαγεία έπαιζαν τα «εφέσια γράμματα», έξι βάρβαρα ονόματα με άγνωστο νόημα χαραγμένα στο άγαλμα της Αρτέμιδος Εφεσίας: άσκιον, κατάσκιον, λυξ, τετράξ, δαμναμενεύς, αίσια. Λέγεται ότι ο Κροίσος γλίτωσε το θάνατο στην πυρά γιατί τα απήγγειλε. Λειτουργούσαν και ως νικητήρια, δηλαδή ως φυλακτήρια που έδιναν τη νίκη σε αγώνες.28
Κύρια θεότητα της μαύρης μαγείας στη Μικρά Ασία είναι η Εκάτη και δευτερευόντως ο Ερμής και ο αιγυπτιακός θεός Σηθ. Προφυλακτικό ρόλο είχαν κυρίως η Άρτεμις Εφεσία, ο Μωυσής, ο Ιάο (θεός των Εβραίων), ο Ιησούς, οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι. Ο συγκρητισμός μεταξύ ελληνισμού, ιουδαϊσμού και αιγυπτιακής θρησκείας είναι ιδιαίτερα έντονος στα μαγικά κείμενα και αντικείμενα από την Ύστερη Ελληνιστική περίοδο και εξής.29
4. Πίστη στη μαγεία
Σύμφωνα με τον Πλίνιο (1ος αι. μ.Χ.) οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής του πίστευαν στη μαγεία.30 Πίστη στους κατάδεσμους φανερώνει και το έργο του Αρτεμίδωρου Δαλδιανού.31 Αντίστοιχα, η δράση των φυλακτηρίων μπορούσε να πείσει ακόμα και ένα επιστημονικό πνεύμα σαν το Γαληνό (2ος αι. μ.Χ.).32 Τον 4ο αι. μ.Χ. ο Γρηγόριος ο Θεολόγος τόνιζε στους πιστούς ότι δεν έχουν ανάγκη από φυλακτήρια και επωδές, γεγονός που αποδεικνύει την ευρεία χρήση τους και μεταξύ των χριστιανών.33 Ο 36ος κανόνας της συνόδου της Λαοδικείας απαγόρευε επίσης στους κληρικούς να ασκούν τη μαγεία, τη μαντεία, την αστρολογία και να παρασκευάζουν φυλακτήρια.34
5. Μικρασιάτες μάγοι
Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, οι μάγοι της εποχής του ανήκαν στην κατηγορία εκείνη των ειδικών του υπερφυσικού που προσέφεραν επί χρήμασι τις υπηρεσίες τους περιπλανώμενοι. Αυτή η μορφή άσκησης των μαγικών τεχνών εξηγεί και τη διάδοση βασικά όμοιων πρακτικών (κατάδεσμων, επωδών, κολοσσών, φυλακτηρίων) στο σύνολο του αρχαίου κόσμου. Αρκετές σατιρικές παρουσιάσεις ξένων, περιπλανώμενων μάγων απαντούν στο έργο του Λουκιανού (2ος αι. μ.Χ.), που επιδίδονταν σε παίγνια και διάφορα τρικ με τα οποία εντυπωσίαζαν τους αδαείς (εμφάνιση της σελήνης σε ένα δωμάτιο, πρόκληση σεισμού, κεραυνών κτλ.).35
Οι μάγοι της Ρωμαϊκής περιόδου περνούσαν από ένα στάδιο μύησης ανάλογης με αυτή που συναντά κανείς και σε θείους άνδρες, όπως ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, που επιλέχθηκε από τον ίδιο τον Ασκληπιό να μαθητεύσει για τέσσερα χρόνια στο ιερό του στις Αιγές της Κιλικίας. Ο Κυπριανός, μάγος που ασπάστηκε το χριστιανισμό και αγιοποιήθηκε, είχε μυηθεί σε πολλά μυστήρια, όπως αυτά της Κυβέλης στη Φρυγία.36 Ο γιατρός-φαρμακοποιός Θεσσαλός ο Τραλλιανός, κάτι μεταξύ επιστήμονα και μάγου, αναφέρει τη μαθητεία του κοντά σε έναν Αιγύπτιο ιερέα στις Θήβες, ο οποίος με μαγικά μέσα τον έφερε σε επαφή με τον Ασκληπιό.37
Συγγενείς με τους μάγους ως προς τη μορφή δράσης τους, που ορισμένες φορές συγχέονται μάλιστα με αυτούς, ήταν οι σαμάνες της Αρχαϊκής περιόδου –όπως ο Αριστέας ο Προκοννήσιος, ο Ορφέας ή ο Πυθαγόρας– και οι θαυματοποιοί της Πρώιμης Χριστιανικής περιόδου, όπως ο Αλέξανδρος ο Αβωνοτειχίτης, που αρχικά ήταν μάγος, ο Απολλώνιος από τα Τύανα, ο οποίος κατηγορήθηκε από ρωμαϊκά δικαστήρια για μαγεία αλλά αθωώθηκε, και ο Σίμων ο Μάγος, που ήρθε αντιμέτωπος με τον απόστολο Πέτρο και τελικά ηττήθηκε από αυτόν. Τις κατηγορίες για μαγεία που βάρυναν τους θαυματοποιούς αντιμετώπισε ακόμα και ο Χριστός.38
Στα όρια μαγείας και φιλοσοφίας τοποθετείται το κίνημα της θεουργίας, που αναδύθηκε από τη νεοπλατωνική σχολή του 2ου αι. μ.Χ. Ήταν μια ανώτερη μορφή μαγείας που στόχευε, μέσω περίπλοκων τελετουργιών (πνευματιστικές συγκεντρώσεις, τεχνάσματα που έκαναν τα αγάλματα να χαμογελούν και να περπατούν κτλ.), στην έξαρση της ψυχής του θεουργού στις σφαίρες του θείου και στην εσχατολογική σωτηρία της. Στον 4ο αι. μ.Χ., χάρη και στην υποστήριξη του αυτοκράτορα Ιουλιανού (361-363), η θεουργία αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα προπύργια της παλαιάς θρησκείας απέναντι στο θριαμβεύοντα χριστιανισμό.39
Σπουδαίος θεουργός από τη Μικρά Ασία ήταν ο Μάξιμος της Εφέσου, δάσκαλος του Ιουλιανού, τον οποίο μύησε στη θεουργία και στον αποκρυφισμό. Ο Μάξιμος κατόρθωσε να κάνει το άγαλμα της Εκάτης στο ναό της στην Έφεσο να γελάσει και άναψε τους δαυλούς που κρατούσε η θεά. Αποκεφαλίστηκε με εντολή του αυτοκράτορα Βάλεντα το 371 μ.Χ. επειδή πρωτοστάτησε σε πνευματιστική συνάθροιση των κατοίκων της Αντιόχειας, που ήθελαν να μάθουν ποιος θα διαδεχθεί τον αυτοκράτορα.40
Μέσω της καταδίκης της παγανιστικής θρησκείας ως λατρείας των δαιμόνων η χριστιανική σκέψη «δαιμονοποίησε» τις μαγικές τέχνες και κυρίως την προφητεία.41 Αποδοχή του χριστιανισμού συνεπάγεται καταδίκη της μαγείας, όπως μαρτυρεί το επεισόδιο της καύσης μαγικών βιβλίων από Εβραίους εξορκιστές που προσηλύτισε ο απόστολος Παύλος στην Έφεσο.42 Παρ’ όλα αυτά, παρατηρείται αδιάσπαστη συνέχεια τουλάχιστον ως τον 6ο αι. μ.Χ. στη χρήση τόσο των κατάδεσμων όσο και των διάφορων φυλακτηρίων, ενώ τα χριστιανικά σύμβολα θεωρούνται ισχυρά μαγικά αντικείμενα, με κυρίαρχο το σταυρό και τα λείψανα των αγίων.43 Μέχρι και τα τέλη του 7ου αι. μ.Χ. υπάρχουν ενδείξεις για ευρεία διάδοση της μαγείας, ακόμα και μεταξύ χριστιανών κληρικών και αξιωματούχων.44
6. Νομοθετική αντιμετώπιση
Μοναδική αρχαία μαρτυρία νομοθετικής αντιμετώπισης της μαγείας στη Μικρά Ασία αποτελεί μία επιγραφή από την Τέω (480 π.Χ.) που αφορά την τιμωρία ατόμων που παρασκεύαζαν «φάρμακα δηλητήρια» εναντίον των Τείων.45 Η ρωμαϊκή νομοθεσία ήταν πολύ αυστηρότερη και σαφέστερη: από τον 5ο αι. π.Χ. η Δωδεκάδελτος καταδίκαζε τις μαγικές πράξεις που στρέφονταν ενάντια στις σοδειές των γεωργών της Ρώμης, ενώ ο Σύλλας απαγόρευσε με νόμο τις μαγικές πράξεις που προκαλούσαν θάνατο και δηλητηρίαση. Η περίπτωση του φιλοσόφου και συγγραφέα Απουλήιου (περίπου 135-170 μ.Χ.), που κινδύνευσε να καταδικαστεί για μαγεία επειδή παντρεύτηκε μια πλούσια χήρα, είναι χαρακτηριστική του κλίματος που επικρατούσε τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.46 Ο νομικός Παύλος (αρχές 3ου αι. μ.Χ.) εξέφρασε την άποψη ότι οι επαγγελματίες μάγοι έπρεπε να καούν στην πυρά, ενώ αυτοί που προσέτρεχαν στη μαγεία έπρεπε να θανατώνονται ή να εξορίζονται. Η νομοθεσία σκλήρυνε μετά την επικράτηση του χριστιανισμού. To 319 και το 321 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος απαγόρευσε τη μαντεία και την επιθετική και ερωτική μαγεία, επιτρέποντας όμως τη θεραπευτική μαγεία και τη μαγεία που ελέγχει τον καιρό. Ο Κωνστάντιος ο Β΄ απαγόρευσε όλες τις τεχνικές που σχετίζονταν με την παλαιά θρησκεία (μαντεία, αστρολογία, προφητεία και μαγεία). Ο Ευσέβιος Καισαρείας το 335 μ.Χ. αναφέρεται στη χρήση κατάδεσμων ως καθαρά παράνομη πράξη. Το 359 μ.Χ. το ρωμαϊκό κράτος εκτελούσε όσους συλλαμβάνονταν να σκάβουν τάφους για να κάνουν μαγικές τελετές.47 Το 371 μ.Χ. οργανώθηκε στην Αντιόχεια πραγματικό κυνήγι μάγων, που είχε ως αποτέλεσμα την εκτέλεση του Μαξίμου της Εφέσου. Το 389 μ.Χ., τέλος, διάταγμα του Θεοδοσίου Α΄ όριζε την κατάδοση όσων επιδίδονταν σε μαγικές πράξεις.48
YΓ. Συγγνώμη βρε παιδιά, ένα μυαλό χειμώνα καλοκαίρι τόσα χρόνια τώρα..
http://asiaminor.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=5172