Οι Τριαμάτηδες στη λαϊκή παράδοση
Σε αρκετά σημεία της Κρήτης, από το ανατολικό μέχρι το δυτικό άκρο της, εντοπίζεται η γνωστή από τα ομηρικά έπη παράδοση σχετικά με τους Τριαμάτηδες, η οποία απαντάται και σε άλλα μέρη της Ελλάδος.
Οι Τριαμάτηδες, όπως λέει και η λέξη, είχαν τρία μάτια από τα οποία το τρίτο μάτι τους ήταν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους, στον αυχένα, είχαν γιγαντιαίο ανάστημα, ήταν ανθρωποφάγοι και κατοικούσαν σε σπήλαια ή σε πολύ χαμηλά σπίτια, τα οποία μετά δυσκολίας εξείχαν από την επιφάνεια του εδάφους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται να γίνει μία επισήμανση ως προς το τρίτο μάτι που βρισκόταν στον αυχένα των Κυκλώπων σε αντίθεση με το γνωστό, κατά διάφορες μυστικιστικές και μυστηριακές παραδόσεις και αναφορές, «τρίτο μάτι», το οποίο θεωρείται ότι βρίσκεται πάνω από τα δύο μάτια κάθε ανθρώπου και ειδικά στο μέσον του μετώπου του. Αυτό το τρίτο μάτι είναι αφανές, εσωτερικό και θεωρείται πως είναι υπεύθυνο για την ικανότητα της διόρασης ή της ενόρασης εκείνων των οποίων κατάφεραν να «ανοίξουν» αυτό το τρίτο μάτι, το οποίο υπάρχει, όπως προαναφέρθηκε, σε όλους τους ανθρώπους. Κατά μερικές περιπτώσεις (σύμφωνα με μία κυπριακή παράδοση) οι Τριαμάτηδες είχαν το τρίτο μάτι τους στο μπροστινό τμήμα της κεφαλής τους και ειδικά στο μέτωπό τους, κάτι που παραπέμπει στο προαναφερθέν «τρίτο μάτι».
Αυτοί οι γίγαντες, που ονομάζονταν στην Κρήτη Τριαμάτηδες, Τριαμάτες και Τριομάτες, Τριμμάτηδες στην Κάρπαθο και Τρίμματοι στην Κύπρο, ζούσαν σε μία πολύ απομακρυσμένη περιοχή που ονομαζόταν Τριμματιά ή Τριμαδιά (βλ. λαογραφικές παραδόσεις από τη Δωδεκάνησο), Τριοματιά ή Τριαμαθιά (βλ. λαογραφικές παραδόσεις από την Κρήτη) και Τρίμματου (βλ. λαογραφικές παραδόσεις από την Κύπρο) και είχαν ως κύρια ασχολία τους την κτηνοτροφία. Αρκετοί Τρίμματοι παριστάνονται να ασχολούνται, σύμφωνα με διάφορες παραδόσεις από την Κάρπαθο, με την πειρατεία, διενεργώντας επιδρομές στο νησί καλυπτόμενοι πίσω από τεράστιους κορμούς δένδρων, τους οποίους κρατούσαν στα χέρια τους. Αυτοί οι Τρίμματοι πειρατές ήταν μαύροι στην όψη και είχαν χοντρά χέρια και πόδια που έμοιαζαν με κορμούς δέντρων.
Η λαϊκή αυτή παράδοση σχετικά με αυτά τα γιγαντιαία ανθρωποειδή όντα, παραπέμπει στον μύθο του Κύκλωπα Πολύφημου, ο οποίος είναι γνωστός από την Οδύσσεια του Ομήρου, παρά το ότι εντοπίζονται ανάμεσα σε αυτές τις παραδόσεις και αρκετές σημαντικές διαφορές.
Σύμφωνα με το γνωστό ομηρικό έπος της Οδύσσειας, ο τερατόμορφος και θηριώδης Πολύφημος, γιός του Ποσειδώνος και της νύμφης Θοώσης, είχε ένα μόνο κυκλοειδές μάτι στο κεντρικό σημείο του τεράστιου κεφαλιού του που καλυπτόταν από μαύρες σκληρές και μακριές τρίχες, ενώ το σώμα του ήταν γιγάντιο. Ο Πολύφημος ασχολείτο αποκλειστικά με την κτηνοτροφία και τη φύλαξη των ποιμνίων του, τα οποία ασφάλιζε στο σπήλαιο όπου ζούσε με μια τεράστια πέτρα. Σύμφωνα με τις συνήθειές του, ήταν ανθρωποειδές το οποίο ζούσε κατά μόνας, κάτι το οποίο έκαναν και τα υπόλοιπα ανθρωποειδή της φυλής των Κυκλώπων. Όσον αφορά στις διατροφικές του συνήθειες, εκτός από την κατανάλωση των γαλακτοκομικών και των κτηνοτροφικών γενικά προϊόντων, ο Κύκλωπας έτρωγε και κρέας, μέσα στο οποίο συμπεριελάμβανε και το ανθρώπινο, στοιχείο το οποίο συνάγεται από ομηρικό έπος σύμφωνα με το οποίο ο Πολύφημος έφαγε αρκετούς από τους συντρόφους του Οδυσσέα πριν τυφλωθεί από τον ομώνυμο ήρωα του ομηρικού έπους.
Επανερχόμενοι στην Κρήτη και στη δημώδη κρητική παράδοση σχετικά με τους Τριαμάτηδες, παραθέτουμε μία καταγραφή, η οποία προέρχεται από την επαρχία Σητείας και έγινε από τον Εμμανουήλ Λιλιμπάκη πριν από το έτος 1888, και δημοσιεύθηκε αργότερα, το 1896, στο περιοδικό του Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως «Ζωγράφειος Αγών», τόμ. Α΄ (1896), σύμφωνα με τις πληροφορίες που παραδίδει ο Γεώργιος Σπυριδάκης. Έτσι, η συγκεκριμένη καταγραφή έχει ως εξής: «Α – στο Μεγάλο μοναστήρι (Μονή Τοπλού)* είν’ ένα χάρκωμα (λέβητας) μεγάλο και το λένε Τριομάτα, γιατί πήγανε μια φορά τρεις νομάτοι (άνθρωποι) στην Τριοματιά και το πήρανε. Αυτοί εγυρίζανε να βρούνε την άκρα του κόσμου κ’ επήγανε και στην Τριοματιά σ’ ένα σπήλιο, απού έχε τυριά και βοτύρους κ’ εφάγανε. Μα ’ς τόσο (στο μεταξύ) ο σπήλιος ήρχιζε κ’ εκουνιούντονε_ ώστε να καλοσηκωθούνε μπαίνανε μέσα οι Τριομάτες κ’ είχανε δύο μάτια ’πο μπρος σαν και τσ’ άλλους αθρώπους, κι άλλον ένα στον ακουπά (αυχένα) ’πο πίσω. Ντελόγο (αμέσως) τσ’ ήπαιρνε το ρέμα να τσοι (τους) πάη μέσα στη μπούκα ντως (τους) μα ’κείνοι δεν τζοι (τους) φάγανε, μόνο, τως (τους) είπανε «Άϊντεστε εδά (ελάτε τώρα) και ταϋτέρου σας ροζονάρομ’ εμείς (και αύριο θα σας παρουσιάσουμε την φιλία μας). Αργά τσοι (τους) βάλανε κ’ εβράζαν το γάλα. Μα ένας απού τσοι (τους) τρεις είπε_ «Παναγία μου, και να γλυτώσωμ’ αποπαέ (από εδώ) και να σου φέρωμε το χάρκωμα». Σαν εφάγανε οι Τριομάτες γάλα, εθέκανε (ξάπλωσαν) και τσοι πηρ’ ο ύπνος. Τότε εδά σηκώθηκε ’κειοσά που ’τριβγε το γάλα και χύνει τως μ’ ένα ν-καυκί γάλα ανεγερτό (που κόχλαζε) στα μούτρα κ’ επλαντάξανε (πνίγηκαν). Και σηκώνουνται κι αυτοί και χύνουν το γάλα και παίρνουν το χάρκωμα (λέβητα) και το πάνε ντρέτα (κατευθείαν) στο Μοναστήρι». Σε αυτήν την παράδοση, που καταγράφηκε στην επαρχία Σητείας, εντοπίζονται αρκετές ομοιότητες με τον μύθο του Κύκλωπα Πολύφημου (Οδύσ. ι, 364) αλλά και πολλές διαφορές σχετικά με την έκβαση του γεγονότος, με την κλοπή του λέβητα κ.λπ..
Σε αντίστοιχες κρητικές παραλλαγές οι Τριομάτες ή Τριαμάτηδες παριστάνονται να είναι ανθρωποφάγοι, να κατοικούν σε σπήλαια, σε χαμηλά σπίτια μέσα στην γη ή ακόμα και μέσα σε κάστρα. Στους χώρους όπου ζούσαν οι Τριαμάτηδες αναφέρεται ότι υπήρχε ένας μεγάλος λέβητας (καζάνι), μέσα στο οποίο ψηνόταν κρέας και ανθρώπινα κεφάλια. Οι Τριαμάτηδες, κατά γενικό λόγο, φαίνεται να απουσιάζουν από το σπήλαιο ή από το σπίτι τους κατά τη στιγμή που φτάνουν εκεί οι διάφοροι ξένοι και, όταν οι Τριαμάτηδες επιστρέφουν και αντιλαμβάνονται την παρουσία των ξένων, τους καταδιώκουν κυνηγώντας τους στην θάλασσα πάνω σε ασκούς που ήταν γεμάτοι από αέρα. Αυτοί οι ανθρωποφάγοι, που είχαν τρία μάτια και κατοικούσαν σε σπήλαια, σπίτια ή σε κάστρα, καταγράφεται ότι είχαν πολλές φορές και ως φύλακες των κατοικιών τους μεγάλα σκυλιά που άλλοτε ήταν επιθετικά και άλλοτε ήρεμα.
Τα διάφορα θέματα που απαντώνται σε αρκετές κρητικές παραλλαγές, οι οποίες προέρχονται από το Κατσιδώνι και τη Ρούσσα Εκκλησιά της Σητείας, από τη Λατσίδα του Μεραμπέλλου, από τα Σφακιά και από τη Σκλαβοπούλα του Σελίνου, όπως και από τον Άγιο Μύρωνα του Ηρακλείου και από τον Μυλοπόταμο, το Γεράνι και τον Άγιο Βασίλειο του Ρεθύμνου έχουν ως εξής: α) ένας παπάς με τη γυναίκα του ή ένα ανδρόγυνο ταξιδεύει σε διάφορα μέρη της γης προκειμένου να βρει τη χώρα όπου οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν και έτσι φθάνει στην Τριοματιά, όπου ζητά να φιλοξενηθεί, αυτός και η γυναίκα του, στο σπίτι των Τριοματών, β) μια ομάδα από πέντε – έξι ταξιδιώτες, που αποβιβάζεται σε ένα νησί προκειμένου να προμηθευθεί τρόφιμα, συναντά στο εσωτερικό του νησιού μερικά χαμηλά σπίτια όπου ζουν οι Τριαμάτηδες, γ) δύο άτομα αποβιβάζονται τυχαία στην Τριαμαθιά, δ) ένα πλοίο οδηγείται εξαιτίας μεγάλης τρικυμίας στο νησί των Τριαμάτηδων και αυτοί που βρίσκονται στο πλοίο, κινούμενοι προς το εσωτερικό του νησιού, συναντούν το κάστρο των Τριαμάτηδων που περιβάλλεται διαδοχικά από τρία τείχη και ε) βορειοδυτικά από το χωριό Σκλαβοπούλα Σελίνου, υπάρχει το φαράγγι Καρρές, κοντά στο βουνό Άγιος Δίκαιος, όπου βρίσκεται ένα σπήλαιο που ονομάζεται Τριαμμαθιά, το οποίο προσέγγισαν κάποιο βράδυ δύο γυναίκες με τα δυο μικρά παιδιά τους.
Σύμφωνα με διάφορες παραδόσεις από την Κύπρο: α) κοντά στην περιοχή Μηλικούρι υπήρχε ένας Τρίμματος Κύκλωπας που έτρωγε τα παιδιά του χωριού Πλάτη, β) στα Πηγαίνια Κύπρου υπάρχει η τοποθεσία «Σπήλιος του Τρίμματου» όπου ζούσε ο Κύκλωπας Τρίμματος, που είχε βαφτίσει ένα παιδί το οποίο, όταν μεγάλωσε και πήγε στο σπήλαιο του αναδόχου του, εκείνος το έσφαξε και το έφαγε, γ) στον Άγιο Κήρυκα κατοικούσαν οι Τρίμματοι, η σύζυγος ενός εκ των οποίων βάπτισε το παιδί κάποιου χριστιανού το οποίο, όταν πήγε στο σπίτι του αναδόχου του, αυτή το έσφαξε, το έψησε και το έφαγε, δ) στο χωριό Πεδουλάς Κύπρου υπάρχει η τοποθεσία Τρίμματου στην οποία, μέσα σε ένα σπήλαιο, που είχε κοντά του μία πηγή, ζούσε ένας Τρίμματος ο οποίος έτρωγε τα παιδιά που πλησίαζαν στην πηγή για να πιούν νερό όπως και όλους όσους πλησίαζαν την πηγή για να ποτίσουν τα ζώα τους και ε) στο χωριό Λετίμπου υπήρχε ένας μονομάτης που είχε το μάτι του στο μέτωπο, κάτι που παραπέμπει άμεσα στον ομηρικό μύθο του Πολύφημου, ο οποίος κατοικούσε μέσα σε ένα σπήλαιο και έτρωγε μικρά παιδιά, τα οποία έψηνε προηγουμένως σε έναν λέβητα.
Από τη συγκεκριμένη δημώδη κρητική παράδοση εντοπίζεται ένα βασικό και πρωτόγνωρο διαφοροποιητικό στοιχείο τής εν λόγω παραδεδομένης διήγησης με την ομηρική ανάλογή της, περί των κυκλώπειων αυτών ανθρωποειδών, παράδοση κατά το οποίο υπάρχουν μεγάλα σκυλιά που προστατεύουν την είσοδο των οικιών των Τριαμάτηδων, κάτι που είναι άγνωστο από την ομηρική αναφορά. Είναι αρκετά πιθανό, σύμφωνα με τον Γεώργιο Σπυριδάκη, ότι αυτά τα στοιχεία έχουν παραληφθεί από μία ανάλογη διήγηση που συναντάται στο μεσαιωνικό μυθιστόρημα του Ψευδοκαλλισθένη σχετικά με τον Μέγα Αλέξανδρο.
Σύμφωνα με αυτήν τη διήγηση ο Μέγας Αλέξανδρος, αφού κυρίευσε το περσικό κράτος, πήγε σε έρημες περιοχές όπου συνάντησε άγριους ανθρώπους που είχαν γιγάντια σώματα. Οι στρατιώτες του Μέγα Αλέξανδρου, αφού τους εκδίωξαν με φωτιές που άναψαν μπροστά τους, προχώρησαν στα σπηλαιώδη μέρη όπου ζούσαν, μέσα στα οποία υπήρχαν δεμένα ζώα που έμοιαζαν με σκυλιά, τα οποία είχαν επίσης τρία μάτια. Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ως εξής: «Και εκείθεν αναχωρήσαντες ήλθομεν εις την Χλοϊκήν χώραν ου ήσαν άνθρωποι γίγασι παρεμφερείς τω μεγέθει, στρογγύλοι, δασείς, πυρροί, όψεις έχοντες ως λέοντες… των δε στρατιωτών απολλυμένων εκέλευσα πυράν ανάψαι και τω πυρί αυτούς μάχεσθαι… εκείνοι δε αφανείς εγένοντο. Τη δε επιούσι ημέρα ηθελήσαμεν απελθείν εις τα σπήλαια αυτών και εύρομεν θηρία προσδεδεμένα ταις θύραις των εισόδων. Ήσαν δε ως κύνες μεγάλοι, οι παρ’ ημίν καλούμενοι δάνδηκες, το μήκος έχοντες πήχεις τέσσαρας, τριόφθαλμοι»( Ψευδοκαλλισθένης, Βιβλίο II, κεφ. 33).
Η παραπάνω διήγηση του Ψευδοκαλλισθένη, σχετικά με την εξολόθρευση των Τριαμάτηδων γιγάντων και τη φρούρηση των σπηλαίων τους από τεράστια τριόφθαλμα σκυλιά, δείχνει να έχει πάρει στοιχεία από τον μονόφθαλμο ή τον τριόφθαλμο Κύκλωπα, τα οποία συνδέθηκαν μεταξύ τους και προεκτάθηκαν στην ύπαρξη τριοφθάλμων σκυλιών – φυλάκων της εισόδου της κατοικίας των Τριομάτηδων. Έτσι ο αρχαίος μύθος του Πολύφημου, διατηρώντας αρκετά από τα παλιά στοιχεία του, αναπλάθεται, σύμφωνα με την Ψευδοκαλλισθένεια διήγηση, και παίρνει νέα μορφή ενώ παράλληλα η τριοφθαλμία των γιγάντων Κυκλώπων μεταφέρεται και στα σκυλιά τους.
Σχετικά με τα τριόφθαλμα σκυλιά των Τριαμάτηδων, υπάρχουν πολλές κρητικές παραδόσεις, στις οποίες διασώζεται ότι αυτά τα σκυλιά στέκονταν κοντά στην είσοδο της κατοικίας των Τριαμάτηδων, τα οποία άλλοτε επέτρεπαν μεν την είσοδο στους ξένους αλλά εμπόδιζαν στη συνέχεια την έξοδό τους και άλλοτε δεν ενοχλούσαν καθόλου τον εισερχόμενο στην κατοικία των Τριαμάτηδων.
Μέσα στο κάστρο ή στα σπήλαια των Τριαμάτηδων υπήρχε συνήθως, όπως προαναφέρθηκε, ένα μεγάλο καζάνι εντός του οποίου βράζονταν κεφάλια και ανθρώπινο κρέας. Αυτή η ανθρωποφαγική συνήθεια των Τριαμάτηδων αιτιολογείται και στηρίζεται σε γνωστές κρητικές παραδόσεις, κατά τις οποίες διάφοροι άνθρωποι έπεσαν θύματα των Τριαμάτηδων. Έτσι δικαιολογείται απόλυτα το ότι μέσα στις κατοικίες των Τριαμάτηδων βρίσκονται - υπό τύπον ομηρείας - μικρά παιδιά ή τυφλοί γέροντες, που φυλάσσονταν εκεί, προκειμένου να αποτελέσουν κάποια στιγμή το φαγητό αυτών των γιγάντων. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις αναφέρεται ότι οι Τριαμάτηδες είχαν απαγάγει και έσφαξαν την γυναίκα κάποιου ιερέα την οποία και έφαγαν, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις οι απαγωγές γυναικών και παιδιών είχαν πάντοτε ως σκοπό το να ικανοποιήσουν τις ανθρωποφαγικές συνήθειες των Τριαμάτηδων.
Οι συνήθεις αναμενόμενες αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι στις επιθέσεις που δέχονταν από τους Τριαμάτηδες ήταν επίσης εχθρικές, καθώς σε πολλές κρητικές παραδόσεις αναφέρεται ότι διάφοροι Κρητικοί που πλησίασαν σε κάποιο σπίτι των Τριαματών και εγκλωβίστηκαν εκεί, αφού έριξαν το κρέας και τα κεφάλια που βράζονταν στον λέβητα στα σκυλιά που φρουρούσαν την είσοδο του σπιτιού, σκότωσαν τα παιδιά των Τριαματών και τα έριξαν σαν τροφή προς τα σκυλιά τα οποία, απασχολούμενα με το φαγητό τους, άφησαν ελεύθερη την έξοδο για τους Κρητικούς. Σε άλλη παράδοση αναφέρεται ότι κάποιοι Κρητικοί ή κάποιες Κρητικές γυναίκες, που βρέθηκαν ατυχώς σε σπήλαια των Τριαμάτηδων, κατάφεραν να εξαπατήσουν τους γίγαντες φύλακές τους και διέφυγαν. Σε άλλη κρητική παράδοση καταχωρείται ότι οι Τριαμάτηδες καταδίωξαν τους ξένους Κρήτες εισβολείς στην περιοχή τους στη θάλασσα, επιβαίνοντες πάνω σε ασκούς που ήταν γεμάτοι αέρα.Οι Κρητικοί τότε πυροβόλησαν τους ασκούς – σκάφη των Τριαμάτηδων, γεγονός που συνετέλεσε στον πνιγμό των Τριαματών και στη διαφυγή και σωτηρία των Κρητικών. Σε αρκετές περιπτώσεις τόσο στην Κρήτη όσο και στην Κύπρο, οι άνθρωποι επιτίθενται εναντίον των Τριαμάτηδων είτε στήνοντάς τους παγίδες, είτε πολιορκώντας τους μέσα στα σπήλαια όπου κατοικούσαν και με αυτόν τον τρόπο καταφέρνουν να τους εξολοθρεύσουν.
Η πρώτη αναφορά σχετικά με αυτό το ανθρώπινο κυκλώπειο είδος εντοπίζεται τόσο στην αρχαιοελληνική μυθολογία με τον γίγαντα Άργο, ο οποίος είχε μάτια σε όλο του το σώμα, στους γνωστούς Τιτάνες και στους Γίγαντες, όπως και σε άλλα γιγαντοειδή ανθρωπόμορφα όντα. Η συνέχεια αυτής της παράδοσης εντοπίζεται στο ομηρικό έπος της Οδύσσειας, στον Ψευδοκαλλισθένη και στη συνέχεια σε διάφορες κρητικές, κυπριακές και δωδεκανησιακές παραδόσεις.
Κατά γενικό λόγο θεωρείται ως αρκετά πιθανόν ότι οι πρώτες λαϊκές παραδόσεις δημιουργήθηκαν – με τις διάφορες παραλλαγές τους – αρχικά στην Κρήτη και μεταδόθηκαν στη συνέχεια στην Δωδεκάνησο και στη δυτική Κύπρο, όταν αυτά τα νησιά επικοινωνούσαν μεταξύ τους, ευρισκόμενα υπό την πολιτική διοίκηση των Βενετών. Το κύριο πάντως δομικό υλικό και το βασικό συνεκτικό στοιχείο όλων αυτών των παραδόσεων είναι αναμφισβήτητα το ομηρικό έπος της Οδύσσειας και ο φοβερός Κύκλωπας Πολύφημος.
* Εντός των παρενθέσεων τίθενται από τον γράφοντα διάφορες αναγκαίες πληροφορίες που δεν υπάρχουν στην αρχική καταγραφή αλλά είναι χρήσιμες για κάθε αναγνώστη που αγνοεί την κρητική διάλεκτο και δύσκολα θα καταλάβαινε κάποια από τα γραφόμενα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- P. Decharme, Ελληνική Μυθολογία, μτφρ. Αλ. Καραλή, Αθήναι.
- K. Kerenyϊ, Η μυθολογία των Ελλήνων, μτφρ. Δημ. Σταθόπουλου, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 1974.
- Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «ΗΛΙΟΥ», τόμος 16ος, Αθήναι.
- Ομήρου Οδύσσεια, ι 364, εκδ. «ΠΑΠΥΡΟΣ», Αθήναι 1975.
- Κωνσταντίνος Ποταμιάνος, Οι γίγαντες και οι νάνοι στους μύθους και τις παραδόσεις από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, εκδ. Ελεύθερη Σκέψις, Αθήναι, Απρίλιος 2006.
- Γεώργιος Σπυριδάκης, Ο μύθος του Πολυφήμου εις δημώδης παραδόσεις περί των Τριαμάτηδων, ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, Πεπραγμένα του Α΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τομ. ΙΕ΄ -ΙΣΤ΄, τεύχος III, Ηράκλειον Κρήτης 1961-1962.
- Γεώργιος Σπυριδάκης, Κρητικαί παραδόσεις, Επετ. Κρητ. Σπουδών, τομ. Β΄, Ηράκλειον Κρήτης 1939.
Του Σταύρου Νικ. Χριστοδουλάκη
Εκπαιδευτικού, Πτυχιούχου Κοινωνικής Θεολογίας,
Υποψηφίου Δρος Παν/μίου Ιωαννίνων, Συγγραφέως
Από το τεύχος 80 της Ελληνικής Αγωγής



Αποστολέας




Καταγράφηκε











